かおいろうかが

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσπαθώ να καταλάβω τα συναισθήματα κάποιου (από την έκφραση του προσώπου του)

Κλίση

Παρόν (απλό)
顔色を伺う
Παρόν (ευγενικό)
顔色を伺います
Άρνηση (απλή)
顔色を伺わない
Άρνηση (ευγενική)
顔色を伺いません
Παρελθόν (απλό)
顔色を伺った
Παρελθόν (ευγενικό)
顔色を伺いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
顔色を伺わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
顔色を伺いませんでした
Τε-μορφή
顔色を伺って
Δυνητική
顔色を伺える
Προστακτική
顔色を伺え
Βουλητική
顔色を伺おう
Υποθετική (ば)
顔色を伺えば