顔見せ
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ειδικά ως 顔見せ ντεμπούτο, πρώτη εμφάνιση
- 02 ειδικά ως 顔見せ εμφάνιση για λίγο, πέρασμα
- 03 ειδικά ως 顔見世 εισαγωγική παράσταση καμπούκι (για την παρουσίαση των ηθοποιών)
- 04 ειδικά ως 顔見世 παράσταση καμπούκι του Δεκεμβρίου στο θέατρο Μιναμιζά του Κιότο, στην οποία συμμετέχουν όλοι οι διάσημοι ηθοποιοί
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 顔見せする
- Παρόν (ευγενικό)
- 顔見せします
- Άρνηση (απλή)
- 顔見せしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 顔見せしません
- Παρελθόν (απλό)
- 顔見せした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 顔見せしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 顔見せしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 顔見せしませんでした
- Τε-μορφή
- 顔見せして
- Δυνητική
- 顔見せできる
- Προστακτική
- 顔見せしろ
- Βουλητική
- 顔見せしよう
- Υποθετική (ば)
- 顔見せすれば
- Υποθετική (たら)
- 顔見せしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 顔見せしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 顔見せするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 顔見せしなさい
- Παθητική
- 顔見せされる
- Αιτιατική
- 顔見せさせる