ねが

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ζητώ, υποβάλλω αίτηση, καταθέτω αίτημα, υποβάλλω (π.χ. την παραίτησή μου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
願い出る
Παρόν (ευγενικό)
願い出ます
Άρνηση (απλή)
願い出ない
Άρνηση (ευγενική)
願い出ません
Παρελθόν (απλό)
願い出た
Παρελθόν (ευγενικό)
願い出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
願い出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
願い出ませんでした
Τε-μορφή
願い出て
Δυνητική
願い出られる
Προστακτική
願い出ろ
Βουλητική
願い出よう
Υποθετική (ば)
願い出れば