願掛け
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 τάξιμο (προσευχή σε θεό ή Βούδα)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 願掛けする
- Παρόν (ευγενικό)
- 願掛けします
- Άρνηση (απλή)
- 願掛けしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 願掛けしません
- Παρελθόν (απλό)
- 願掛けした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 願掛けしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 願掛けしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 願掛けしませんでした
- Τε-μορφή
- 願掛けして
- Δυνητική
- 願掛けできる
- Προστακτική
- 願掛けしろ
- Βουλητική
- 願掛けしよう
- Υποθετική (ば)
- 願掛けすれば
- Υποθετική (たら)
- 願掛けしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 願掛けしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 願掛けするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 願掛けしなさい
- Παθητική
- 願掛けされる
- Αιτιατική
- 願掛けさせる