たぐえる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα σπάνιο συγκρίνω, παρομοιάζω
  2. 02 συνοδεύω, βάζω κάποιον να συνοδεύει

Κλίση

Παρόν (απλό)
類える
Παρόν (ευγενικό)
類えます
Άρνηση (απλή)
類えない
Άρνηση (ευγενική)
類えません
Παρελθόν (απλό)
類えた
Παρελθόν (ευγενικό)
類えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
類えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
類えませんでした
Τε-μορφή
類えて
Δυνητική
類えられる
Προστακτική
類えろ
Βουλητική
類えよう
Υποθετική (ば)
類えれば