るい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αφομοίωση, ενσωμάτωση

Κλίση

Παρόν (απλό)
類化する
Παρόν (ευγενικό)
類化します
Άρνηση (απλή)
類化しない
Άρνηση (ευγενική)
類化しません
Παρελθόν (απλό)
類化した
Παρελθόν (ευγενικό)
類化しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
類化しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
類化しませんでした
Τε-μορφή
類化して
Δυνητική
類化できる
Προστακτική
類化しろ
Βουλητική
類化しよう
Υποθετική (ば)
類化すれば