るいすいすい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συλλογισμός με βάση την αναλογία, αναλογική συναγωγή, αναλογισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
類推推理する
Παρόν (ευγενικό)
類推推理します
Άρνηση (απλή)
類推推理しない
Άρνηση (ευγενική)
類推推理しません
Παρελθόν (απλό)
類推推理した
Παρελθόν (ευγενικό)
類推推理しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
類推推理しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
類推推理しませんでした
Τε-μορφή
類推推理して
Δυνητική
類推推理できる
Προστακτική
類推推理しろ
Βουλητική
類推推理しよう
Υποθετική (ば)
類推推理すれば