かえりみて

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 δίνω μια διφορούμενη απάντηση, αποφεύγω να δώσω ευθεία απάντηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
顧みて他を言う
Παρόν (ευγενικό)
顧みて他を言います
Άρνηση (απλή)
顧みて他を言わない
Άρνηση (ευγενική)
顧みて他を言いません
Παρελθόν (απλό)
顧みて他を言った
Παρελθόν (ευγενικό)
顧みて他を言いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
顧みて他を言わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
顧みて他を言いませんでした
Τε-μορφή
顧みて他を言って
Δυνητική
顧みて他を言える
Προστακτική
顧みて他を言え
Βουλητική
顧みて他を言おう
Υποθετική (ば)
顧みて他を言えば