顧みられない
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 αγνοημένος, περιφρονημένος, παραγνωρισμένος, παραμελημένος, παραβλεμμένος, μη λαβωμένος υπ' όψιν
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 顧みられない
- Παρόν (ευγενικό)
- 顧みられないです
- Άρνηση (απλή)
- 顧みられなくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 顧みられなくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 顧みられなかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 顧みられなかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 顧みられなくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 顧みられなくなかったです
- Τε-μορφή
- 顧みられなくて
- Υποθετική (ば)
- 顧みられなければ
- Υποθετική (たら)
- 顧みられなかったら