顧かえりみる

ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναπολώ, αναλογίζομαι (το παρελθόν), ανατρέχω
  2. 02 κοιτάζω πίσω, στρέφομαι προς τα πίσω
  3. 03 λαμβάνω υπόψη, ενδιαφέρομαι για, δίνω σημασία

Παραδείγματα

  • 昔むかしを顧かえりみます。

    Αναπολώ το παρελθόν.

  • 自分じぶんの行動こうどうを顧かえりみる必要ひつようがあります。

    Πρέπει να αναλογιστώ τις πράξεις μου.

  • 忙いそがしい毎日まいにちの中なかでも、家族かぞくを顧かえりみることを忘わすれてはいけません。

    Ακόμα και μέσα στην πολυάσχολη καθημερινότητα, δεν πρέπει να ξεχνάμε να ενδιαφερόμαστε για την οικογένειά μας.

Κλίση

Παρόν (απλό)
顧みる
Παρόν (ευγενικό)
顧みます
Άρνηση (απλή)
顧みない
Άρνηση (ευγενική)
顧みません
Παρελθόν (απλό)
顧みた
Παρελθόν (ευγενικό)
顧みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
顧みなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
顧みませんでした
Τε-μορφή
顧みて
Δυνητική
顧みられる
Προστακτική
顧みろ
Βουλητική
顧みよう
Υποθετική (ば)
顧みれば