顰める
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: ひそめる
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα συστρέφω (το πρόσωπο), ζαρώνω, σουφρώνω, συνοφρυώνομαι, ρυτιδιάζω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 顰める
- Παρόν (ευγενικό)
- 顰めます
- Άρνηση (απλή)
- 顰めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 顰めません
- Παρελθόν (απλό)
- 顰めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 顰めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 顰めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 顰めませんでした
- Τε-μορφή
- 顰めて
- Δυνητική
- 顰められる
- Προστακτική
- 顰めろ
- Βουλητική
- 顰めよう
- Υποθετική (ば)
- 顰めれば
- Υποθετική (たら)
- 顰めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 顰めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 顰めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 顰めなさい
- Παθητική
- 顰められる
- Αιτιατική
- 顰めさせる