かぜたる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκτίθεμαι στον άνεμο
  2. 02 βγαίνω έξω για να πάρω λίγο αέρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
風に当たる
Παρόν (ευγενικό)
風に当たります
Άρνηση (απλή)
風に当たらない
Άρνηση (ευγενική)
風に当たりません
Παρελθόν (απλό)
風に当たった
Παρελθόν (ευγενικό)
風に当たりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
風に当たらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
風に当たりませんでした
Τε-μορφή
風に当たって
Δυνητική
風に当たれる
Προστακτική
風に当たれ
Βουλητική
風に当たろう
Υποθετική (ば)
風に当たれば