かぜつよ

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θυελλώδης, ανεμοδαρμένος, αέρηδες

Κλίση

Παρόν (απλό)
風の強い
Παρόν (ευγενικό)
風の強いです
Άρνηση (απλή)
風の強くない
Άρνηση (ευγενική)
風の強くないです
Παρελθόν (απλό)
風の強かった
Παρελθόν (ευγενικό)
風の強かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
風の強くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
風の強くなかったです
Τε-μορφή
風の強くて
Υποθετική (ば)
風の強ければ