風化
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 διάβρωση, αλλοίωση λόγω καιρικών συνθηκών
- 02 ξεθώριασμα, λήθη (αναμνήσεων)
- 03 εξάνθηση, εξάνθημα (χημεία)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 風化する
- Παρόν (ευγενικό)
- 風化します
- Άρνηση (απλή)
- 風化しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 風化しません
- Παρελθόν (απλό)
- 風化した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 風化しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 風化しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 風化しませんでした
- Τε-μορφή
- 風化して
- Δυνητική
- 風化できる
- Προστακτική
- 風化しろ
- Βουλητική
- 風化しよう
- Υποθετική (ば)
- 風化すれば
- Υποθετική (たら)
- 風化したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 風化したい
- Απαγορευτική (~な)
- 風化するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 風化しなさい
- Παθητική
- 風化される
- Αιτιατική
- 風化させる