風巻く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φυσώ με ορμή, πνέω θυελλωδώς
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 風巻く
- Παρόν (ευγενικό)
- 風巻きます
- Άρνηση (απλή)
- 風巻かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 風巻きません
- Παρελθόν (απλό)
- 風巻いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 風巻きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 風巻かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 風巻きませんでした
- Τε-μορφή
- 風巻いて
- Δυνητική
- 風巻ける
- Προστακτική
- 風巻け
- Βουλητική
- 風巻こう
- Υποθετική (ば)
- 風巻けば
- Υποθετική (たら)
- 風巻いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 風巻きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 風巻くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 風巻きなさい
- Παθητική
- 風巻かれる
- Αιτιατική
- 風巻かせる