かざあなける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαπερνώ ένα σώμα (π.χ. με δόρυ ή σφαίρα)
  2. 02 δίνω νέα πνοή, προσφέρω μια πιθανή λύση

Κλίση

Παρόν (απλό)
風穴を開ける
Παρόν (ευγενικό)
風穴を開けます
Άρνηση (απλή)
風穴を開けない
Άρνηση (ευγενική)
風穴を開けません
Παρελθόν (απλό)
風穴を開けた
Παρελθόν (ευγενικό)
風穴を開けました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
風穴を開けなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
風穴を開けませんでした
Τε-μορφή
風穴を開けて
Δυνητική
風穴を開けられる
Προστακτική
風穴を開けろ
Βουλητική
風穴を開けよう
Υποθετική (ば)
風穴を開ければ