風邪かぜひく

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη κρυολογώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
風邪ひく
Παρόν (ευγενικό)
風邪ひきます
Άρνηση (απλή)
風邪ひかない
Άρνηση (ευγενική)
風邪ひきません
Παρελθόν (απλό)
風邪ひいた
Παρελθόν (ευγενικό)
風邪ひきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
風邪ひかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
風邪ひきませんでした
Τε-μορφή
風邪ひいて
Δυνητική
風邪ひける
Προστακτική
風邪ひけ
Βουλητική
風邪ひこう
Υποθετική (ば)
風邪ひけば