ひょうれい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απαρχαιωμένο πέφτω παρασυρόμενο στο έδαφος (αναφορικά με φύλλο ή πέταλο)
  2. 02 απαρχαιωμένο περιπλανώμαι, περιφέρομαι
  3. 03 απαρχαιωμένο καταστρέφομαι, παρακμάζω, πέφτω σε χαμηλή κοινωνική θέση

Κλίση

Παρόν (απλό)
飄零する
Παρόν (ευγενικό)
飄零します
Άρνηση (απλή)
飄零しない
Άρνηση (ευγενική)
飄零しません
Παρελθόν (απλό)
飄零した
Παρελθόν (ευγενικό)
飄零しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飄零しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飄零しませんでした
Τε-μορφή
飄零して
Δυνητική
飄零できる
Προστακτική
飄零しろ
Βουλητική
飄零しよう
Υποθετική (ば)
飄零すれば