びつく

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ορμάω, πηδάω πάνω, πέφτω πάνω

Παραδείγματα

  • ねこがボールにびつきました

    Η γάτα πήδηξε πάνω στην μπάλα.

  • 子供こどもあたらしいおもちゃにびつきました

    Το παιδί όρμησε στο καινούριο παιχνίδι.

  • やすはなしにすぐびつくのは危険きけんだ。

    Είναι επικίνδυνο να αρπάζεσαι αμέσως από φτηνές προσφορές.

Κλίση

Παρόν (απλό)
飛びつく
Παρόν (ευγενικό)
飛びつきます
Άρνηση (απλή)
飛びつかない
Άρνηση (ευγενική)
飛びつきません
Παρελθόν (απλό)
飛びついた
Παρελθόν (ευγενικό)
飛びつきました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飛びつかなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飛びつきませんでした
Τε-μορφή
飛びついて
Δυνητική
飛びつける
Προστακτική
飛びつけ
Βουλητική
飛びつこう
Υποθετική (ば)
飛びつけば