飛とび上あがる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναπηδώ, πηδώ ψηλά
  2. 02 πετάω ψηλά, απογειώνομαι
  3. 03 προσπερνώ, παραλείπω

Παραδείγματα

  • 猫ねこが飛とび上あがった。

    Η γάτα πήδηξε ψηλά.

  • 突然とつぜんの音おとに、彼かれは椅子いすから飛とび上あがった。

    Με τον ξαφνικό θόρυβο, αυτός πετάχτηκε από την καρέκλα του.

  • 期待きたいと不安ふあんが交錯こうさくする中なか、新あたらしい挑戦ちょうせんへの高揚感こうようかんが私わたしの心こころを飛とび上あがらせた。

    Ανάμεσα σε προσδοκίες και αγωνία, η αίσθηση της έξαψης για τη νέα πρόκληση έκανε την καρδιά μου να πετάξει.

Κλίση

Παρόν (απλό)
飛び上がる
Παρόν (ευγενικό)
飛び上がります
Άρνηση (απλή)
飛び上がらない
Άρνηση (ευγενική)
飛び上がりません
Παρελθόν (απλό)
飛び上がった
Παρελθόν (ευγενικό)
飛び上がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飛び上がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飛び上がりませんでした
Τε-μορφή
飛び上がって
Δυνητική
飛び上がれる
Προστακτική
飛び上がれ
Βουλητική
飛び上がろう
Υποθετική (ば)
飛び上がれば