飛び乗る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 πηδώ πάνω σε (άλογο), πηδώ μέσα σε (λεωφορείο, τρένο κ.λπ.), επιβιβάζομαι βιαστικά σε (ταξί)
Παραδείγματα
-
電車に飛び乗る。
Πηδάω στο τρένο.
-
遅刻しそうだったので、慌ててバスに飛び乗った。
Επειδή θα αργούσα, βιάστηκα να μπω στο λεωφορείο.
-
出発する寸前のタクシーに、何とか間に合って飛び乗ることができた。
Κατάφερα οριακά να προλάβω το ταξί λίγο πριν φύγει και μπήκα βιαστικά μέσα.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 飛び乗る
- Παρόν (ευγενικό)
- 飛び乗ります
- Άρνηση (απλή)
- 飛び乗らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 飛び乗りません
- Παρελθόν (απλό)
- 飛び乗った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 飛び乗りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 飛び乗らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 飛び乗りませんでした
- Τε-μορφή
- 飛び乗って
- Δυνητική
- 飛び乗れる
- Προστακτική
- 飛び乗れ
- Βουλητική
- 飛び乗ろう
- Υποθετική (ば)
- 飛び乗れば
- Υποθετική (たら)
- 飛び乗ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 飛び乗りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 飛び乗るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 飛び乗りなさい
- Παθητική
- 飛び乗られる
- Αιτιατική
- 飛び乗らせる