ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυθόρμητη συμμετοχή, συμμετοχή χωρίς προηγούμενη εγγραφή, συμμετέχων της τελευταίας στιγμής
  2. 02 κηλίδες στα πέταλα των λουλουδιών

Κλίση

Παρόν (απλό)
飛び入りする
Παρόν (ευγενικό)
飛び入りします
Άρνηση (απλή)
飛び入りしない
Άρνηση (ευγενική)
飛び入りしません
Παρελθόν (απλό)
飛び入りした
Παρελθόν (ευγενικό)
飛び入りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飛び入りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飛び入りしませんでした
Τε-μορφή
飛び入りして
Δυνητική
飛び入りできる
Προστακτική
飛び入りしろ
Βουλητική
飛び入りしよう
Υποθετική (ば)
飛び入りすれば