ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σπάνιο εισπηδώ, βουτώ μέσα, εισβάλλω, ορμώ, ξεπετάγομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
飛び入る
Παρόν (ευγενικό)
飛び入ります
Άρνηση (απλή)
飛び入らない
Άρνηση (ευγενική)
飛び入りません
Παρελθόν (απλό)
飛び入った
Παρελθόν (ευγενικό)
飛び入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飛び入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飛び入りませんでした
Τε-μορφή
飛び入って
Δυνητική
飛び入れる
Προστακτική
飛び入れ
Βουλητική
飛び入ろう
Υποθετική (ば)
飛び入れば