飛とび出でる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προεξέχω, εξέχω, πετάγομαι έξω (π.χ. μάτια)
  2. 02 πηδώ έξω, ορμώ έξω

Παραδείγματα

  • 箱はこからボールが飛とび出でる。

    Η μπάλα πετάγεται έξω από το κουτί.

  • 突然とつぜん、道路どうろに子供こどもが飛とび出でてきたので、車くるまが急きゅうブレーキをかけた。

    Ξαφνικά, ένα παιδί πετάχτηκε στον δρόμο, οπότε το αυτοκίνητο πάτησε απότομα φρένο.

  • 彼女かのじょは驚おどろきのあまり、目玉めだまが飛とび出でるかと思おもうほど大声おおごえを上あげた。

    Εξεπλάγη τόσο πολύ που φώναξε δυνατά, λες και τα μάτια της θα πεταγόντουσαν έξω.

Κλίση

Παρόν (απλό)
飛び出る
Παρόν (ευγενικό)
飛び出ます
Άρνηση (απλή)
飛び出ない
Άρνηση (ευγενική)
飛び出ません
Παρελθόν (απλό)
飛び出た
Παρελθόν (ευγενικό)
飛び出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飛び出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飛び出ませんでした
Τε-μορφή
飛び出て
Δυνητική
飛び出られる
Προστακτική
飛び出ろ
Βουλητική
飛び出よう
Υποθετική (ば)
飛び出れば