かけ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πετάω, αιωρούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
飛び翔る
Παρόν (ευγενικό)
飛び翔ります
Άρνηση (απλή)
飛び翔らない
Άρνηση (ευγενική)
飛び翔りません
Παρελθόν (απλό)
飛び翔った
Παρελθόν (ευγενικό)
飛び翔りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飛び翔らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飛び翔りませんでした
Τε-μορφή
飛び翔って
Δυνητική
飛び翔れる
Προστακτική
飛び翔れ
Βουλητική
飛び翔ろう
Υποθετική (ば)
飛び翔れば