きる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πετάγομαι όρθιος

Κλίση

Παρόν (απλό)
飛び起きる
Παρόν (ευγενικό)
飛び起きます
Άρνηση (απλή)
飛び起きない
Άρνηση (ευγενική)
飛び起きません
Παρελθόν (απλό)
飛び起きた
Παρελθόν (ευγενικό)
飛び起きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飛び起きなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飛び起きませんでした
Τε-μορφή
飛び起きて
Δυνητική
飛び起きられる
Προστακτική
飛び起きろ
Βουλητική
飛び起きよう
Υποθετική (ば)
飛び起きれば