ぶようにれる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πουλιέμαι σαν ζεστό ψωμί, γίνομαι ανάρπαστος

Κλίση

Παρόν (απλό)
飛ぶように売れる
Παρόν (ευγενικό)
飛ぶように売れます
Άρνηση (απλή)
飛ぶように売れない
Άρνηση (ευγενική)
飛ぶように売れません
Παρελθόν (απλό)
飛ぶように売れた
Παρελθόν (ευγενικό)
飛ぶように売れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飛ぶように売れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飛ぶように売れませんでした
Τε-μορφή
飛ぶように売れて
Δυνητική
飛ぶように売れられる
Προστακτική
飛ぶように売れろ
Βουλητική
飛ぶように売れよう
Υποθετική (ば)
飛ぶように売れれば