さん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διασκορπισμός (π.χ. σκόνη στον άνεμο, εχθροί πριν από επίθεση), διασπορά, εκτίναξη (προς κάθε κατεύθυνση), διασκορπισμός

Κλίση

Παρόν (απλό)
飛散する
Παρόν (ευγενικό)
飛散します
Άρνηση (απλή)
飛散しない
Άρνηση (ευγενική)
飛散しません
Παρελθόν (απλό)
飛散した
Παρελθόν (ευγενικό)
飛散しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飛散しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飛散しませんでした
Τε-μορφή
飛散して
Δυνητική
飛散できる
Προστακτική
飛散しろ
Βουλητική
飛散しよう
Υποθετική (ば)
飛散すれば