やく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πήδημα, άλμα
  2. 02 άνοιγμα στον ευρύτερο κόσμο, δραστηριοποίηση σε μεγαλύτερο πεδίο, ανάληψη ενεργού ρόλου
  3. 03 ταχεία πρόοδος, εντυπωσιακή ανάπτυξη, πραγματοποίηση μεγάλων βημάτων, άλμα προόδου
  4. 04 λογικό άλμα, κενό (σε επιχειρηματολογία)

Κλίση

Παρόν (απλό)
飛躍する
Παρόν (ευγενικό)
飛躍します
Άρνηση (απλή)
飛躍しない
Άρνηση (ευγενική)
飛躍しません
Παρελθόν (απλό)
飛躍した
Παρελθόν (ευγενικό)
飛躍しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飛躍しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飛躍しませんでした
Τε-μορφή
飛躍して
Δυνητική
飛躍できる
Προστακτική
飛躍しろ
Βουλητική
飛躍しよう
Υποθετική (ば)
飛躍すれば