食いちぎる
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 δαγκώνω και αποκόπτω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 食いちぎる
- Παρόν (ευγενικό)
- 食いちぎります
- Άρνηση (απλή)
- 食いちぎらない
- Άρνηση (ευγενική)
- 食いちぎりません
- Παρελθόν (απλό)
- 食いちぎった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 食いちぎりました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 食いちぎらなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 食いちぎりませんでした
- Τε-μορφή
- 食いちぎって
- Δυνητική
- 食いちぎれる
- Προστακτική
- 食いちぎれ
- Βουλητική
- 食いちぎろう
- Υποθετική (ば)
- 食いちぎれば
- Υποθετική (たら)
- 食いちぎったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 食いちぎりたい
- Απαγορευτική (~な)
- 食いちぎるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 食いちぎりなさい
- Παθητική
- 食いちぎられる
- Αιτιατική
- 食いちぎらせる