がる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γαντζώνομαι, κρατιέμαι από
  2. 02 επιμένω, δεν υποχωρώ, καταδιώκω κάποιον επίμονα, αντιτίθεμαι σθεναρά
  3. 03 αρπάζω το μπροστινό μέρος από το μαουάσι του αντιπάλου, πιέζω το κεφάλι μου στο στήθος του και χαμηλώνω τους γοφούς μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
食い下がる
Παρόν (ευγενικό)
食い下がります
Άρνηση (απλή)
食い下がらない
Άρνηση (ευγενική)
食い下がりません
Παρελθόν (απλό)
食い下がった
Παρελθόν (ευγενικό)
食い下がりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
食い下がらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
食い下がりませんでした
Τε-μορφή
食い下がって
Δυνητική
食い下がれる
Προστακτική
食い下がれ
Βουλητική
食い下がろう
Υποθετική (ば)
食い下がれば