食い意地が張っている
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 είμαι λαίμαργος, είμαι αχόρταγος, τρώω με βουλιμία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 食い意地が張っている
- Παρόν (ευγενικό)
- 食い意地が張っています
- Άρνηση (απλή)
- 食い意地が張っていない
- Άρνηση (ευγενική)
- 食い意地が張っていません
- Παρελθόν (απλό)
- 食い意地が張っていた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 食い意地が張っていました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 食い意地が張っていなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 食い意地が張っていませんでした
- Τε-μορφή
- 食い意地が張っていて
- Δυνητική
- 食い意地が張っていられる
- Προστακτική
- 食い意地が張っていろ
- Βουλητική
- 食い意地が張っていよう
- Υποθετική (ば)
- 食い意地が張っていれば
- Υποθετική (たら)
- 食い意地が張っていたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 食い意地が張っていたい
- Απαγορευτική (~な)
- 食い意地が張っているな
- Προστακτική (ευγενική)
- 食い意地が張っていなさい
- Παθητική
- 食い意地が張っていられる
- Αιτιατική
- 食い意地が張っていさせる