らかす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρώνε άτσαλα, τρώω με ακαταστασία
  2. 02 τρώω λίγο απ' όλα, αφήνω φαγητό μισοφαγωμένο
  3. 03 καταπιάνομαι επιφανειακά με κάτι, δοκιμάζω τις δυνάμεις μου σε διάφορα πράγματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
食い散らかす
Παρόν (ευγενικό)
食い散らかします
Άρνηση (απλή)
食い散らかさない
Άρνηση (ευγενική)
食い散らかしません
Παρελθόν (απλό)
食い散らかした
Παρελθόν (ευγενικό)
食い散らかしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
食い散らかさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
食い散らかしませんでした
Τε-μορφή
食い散らかして
Δυνητική
食い散らかせる
Προστακτική
食い散らかせ
Βουλητική
食い散らかそう
Υποθετική (ば)
食い散らかせば