食い繋ぐ
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 μοιράζω με φειδώ και επιβιώνω με λιγοστό φαγητό
- 02 βγάζω τα προς το ζην με δυσκολία
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 食い繋ぐ
- Παρόν (ευγενικό)
- 食い繋ぎます
- Άρνηση (απλή)
- 食い繋がない
- Άρνηση (ευγενική)
- 食い繋ぎません
- Παρελθόν (απλό)
- 食い繋いだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 食い繋ぎました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 食い繋がなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 食い繋ぎませんでした
- Τε-μορφή
- 食い繋いで
- Δυνητική
- 食い繋げる
- Προστακτική
- 食い繋げ
- Βουλητική
- 食い繋ごう
- Υποθετική (ば)
- 食い繋げば
- Υποθετική (たら)
- 食い繋いだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 食い繋ぎたい
- Απαγορευτική (~な)
- 食い繋ぐな
- Προστακτική (ευγενική)
- 食い繋ぎなさい
- Παθητική
- 食い繋がれる
- Αιτιατική
- 食い繋がせる