ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισχωρώ, μπαίνω βαθιά (π.χ. σχοινί στο δέρμα), κόβω, μπήγομαι (π.χ. νύχια)
  2. 02 διαβρώνω, καταπατώ, επεκτείνομαι, διεισδύω (π.χ. σε αγορά), καταλαμβάνω (π.χ. την πρώτη θέση), μειώνω (π.χ. χρόνο, αποταμιεύσεις)
  3. 03 χυδαίο σφηνώνομαι (όπως εσώρουχο ανάμεσα στους γλουτούς)

Παραδείγματα

  • あたらしいカバンがかたんですこいたい。

    Η καινούργια τσάντα μου μπήγεται στον ώμο μου και πονάει λίγο.

  • あたらしいサービスが市場しじょう急速きゅうそくんでいる。

    Η νέα υπηρεσία διεισδύει ραγδαία στην αγορά.

  • かれらは競合他社きょうごうたしゃ得意分野とくいぶんやにまでみ、市場しじょうでの存在感そんざいかん確固かっこたるものにしている。

    Έχουν διεισδύσει ακόμη και στις δυνατές περιοχές των ανταγωνιστών τους, εδραιώνοντας την παρουσία τους στην αγορά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
食い込む
Παρόν (ευγενικό)
食い込みます
Άρνηση (απλή)
食い込まない
Άρνηση (ευγενική)
食い込みません
Παρελθόν (απλό)
食い込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
食い込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
食い込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
食い込みませんでした
Τε-μορφή
食い込んで
Δυνητική
食い込める
Προστακτική
食い込め
Βουλητική
食い込もう
Υποθετική (ば)
食い込めば