ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποχώρηση από εστιατόριο χωρίς πληρωμή, φευγιό χωρίς πληρωμή, απατεωνιά σε εστιατόριο

Κλίση

Παρόν (απλό)
食い逃げする
Παρόν (ευγενικό)
食い逃げします
Άρνηση (απλή)
食い逃げしない
Άρνηση (ευγενική)
食い逃げしません
Παρελθόν (απλό)
食い逃げした
Παρελθόν (ευγενικό)
食い逃げしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
食い逃げしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
食い逃げしませんでした
Τε-μορφή
食い逃げして
Δυνητική
食い逃げできる
Προστακτική
食い逃げしろ
Βουλητική
食い逃げしよう
Υποθετική (ば)
食い逃げすれば