はぐれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χάνω το γεύμα μου
  2. 02 στερούμαι τα μέσα για να βγάλω τα προς το ζην

Κλίση

Παρόν (απλό)
食い逸れる
Παρόν (ευγενικό)
食い逸れます
Άρνηση (απλή)
食い逸れない
Άρνηση (ευγενική)
食い逸れません
Παρελθόν (απλό)
食い逸れた
Παρελθόν (ευγενικό)
食い逸れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
食い逸れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
食い逸れませんでした
Τε-μορφή
食い逸れて
Δυνητική
食い逸れられる
Προστακτική
食い逸れろ
Βουλητική
食い逸れよう
Υποθετική (ば)
食い逸れれば