食い違う
ρήμα | N1 | Μετάφραση από JMdict
- 01 δεν εφαρμόζω καλά (π.χ. στις ραφές), δεν συμπλέκω σωστά (για γρανάζια)
- 02 διαφέρω (π.χ. απόψεων), συγκρούομαι, βρίσκομαι σε αντιπαράθεση (π.χ. με τα γεγονότα), έρχομαι σε αντίθεση (με), είμαι ασυνεπής (με), είμαι αντιφατικός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 食い違う
- Παρόν (ευγενικό)
- 食い違います
- Άρνηση (απλή)
- 食い違わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 食い違いません
- Παρελθόν (απλό)
- 食い違った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 食い違いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 食い違わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 食い違いませんでした
- Τε-μορφή
- 食い違って
- Δυνητική
- 食い違える
- Προστακτική
- 食い違え
- Βουλητική
- 食い違おう
- Υποθετική (ば)
- 食い違えば
- Υποθετική (たら)
- 食い違ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 食い違いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 食い違うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 食い違いなさい
- Παθητική
- 食い違われる
- Αιτιατική
- 食い違わせる