かじ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ροκανίζω, τσιμπολογώ
  2. 02 έχω μια επιδερμική γνώση

Κλίση

Παρόν (απλό)
食い齧る
Παρόν (ευγενικό)
食い齧ります
Άρνηση (απλή)
食い齧らない
Άρνηση (ευγενική)
食い齧りません
Παρελθόν (απλό)
食い齧った
Παρελθόν (ευγενικό)
食い齧りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
食い齧らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
食い齧りませんでした
Τε-μορφή
食い齧って
Δυνητική
食い齧れる
Προστακτική
食い齧れ
Βουλητική
食い齧ろう
Υποθετική (ば)
食い齧れば