えない

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πανουργος, πονηρος, δαιμονιος
  2. 02 αβρωσιμος, ακαταλληλος προς βρωση
  3. 03 ανικανος να συντηρησει τον εαυτο του, ανικανος να βγαλει τα προς το ζην

Κλίση

Παρόν (απλό)
食えない
Παρόν (ευγενικό)
食えないです
Άρνηση (απλή)
食えなくない
Άρνηση (ευγενική)
食えなくないです
Παρελθόν (απλό)
食えなかった
Παρελθόν (ευγενικό)
食えなかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
食えなくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
食えなくなかったです
Τε-μορφή
食えなくて
Υποθετική (ば)
食えなければ