ってかかる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιτίθεμαι λεκτικά, ξεσπώ εναντίον κάποιου, ορμώ κατά κάποιου, στρέφομαι εναντίον κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
食ってかかる
Παρόν (ευγενικό)
食ってかかります
Άρνηση (απλή)
食ってかからない
Άρνηση (ευγενική)
食ってかかりません
Παρελθόν (απλό)
食ってかかった
Παρελθόν (ευγενικό)
食ってかかりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
食ってかからなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
食ってかかりませんでした
Τε-μορφή
食ってかかって
Δυνητική
食ってかかれる
Προστακτική
食ってかかれ
Βουλητική
食ってかかろう
Υποθετική (ば)
食ってかかれば