しょくほそ

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ολιγοφάγος, που έχει μικρή όρεξη

Κλίση

Παρόν (απλό)
食の細い
Παρόν (ευγενικό)
食の細いです
Άρνηση (απλή)
食の細くない
Άρνηση (ευγενική)
食の細くないです
Παρελθόν (απλό)
食の細かった
Παρελθόν (ευγενικό)
食の細かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
食の細くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
食の細くなかったです
Τε-μορφή
食の細くて
Υποθετική (ば)
食の細ければ