わせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρώω μαζί διάφορα φαγητά, συνδυάζω τροφές

Κλίση

Παρόν (απλό)
食べ合わせる
Παρόν (ευγενικό)
食べ合わせます
Άρνηση (απλή)
食べ合わせない
Άρνηση (ευγενική)
食べ合わせません
Παρελθόν (απλό)
食べ合わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
食べ合わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
食べ合わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
食べ合わせませんでした
Τε-μορφή
食べ合わせて
Δυνητική
食べ合わせられる
Προστακτική
食べ合わせろ
Βουλητική
食べ合わせよう
Υποθετική (ば)
食べ合わせれば