ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τρώνω (ζωοτροφή, χόρτο κ.λπ.)
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα λαμβάνω (μισθό), λαμβάνω χρηματική αποζημίωση από τον άρχοντά μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
食む
Παρόν (ευγενικό)
食みます
Άρνηση (απλή)
食まない
Άρνηση (ευγενική)
食みません
Παρελθόν (απλό)
食んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
食みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
食まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
食みませんでした
Τε-μορφή
食んで
Δυνητική
食める
Προστακτική
食め
Βουλητική
食もう
Υποθετική (ば)
食めば