らわせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταΐζω κάποιον
  2. 02 καταφέρω (ένα χτύπημα), στήνω (μια παγίδα ή φάρσα)

Κλίση

Παρόν (απλό)
食らわせる
Παρόν (ευγενικό)
食らわせます
Άρνηση (απλή)
食らわせない
Άρνηση (ευγενική)
食らわせません
Παρελθόν (απλό)
食らわせた
Παρελθόν (ευγενικό)
食らわせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
食らわせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
食らわせませんでした
Τε-μορφή
食らわせて
Δυνητική
食らわせられる
Προστακτική
食らわせろ
Βουλητική
食らわせよう
Υποθετική (ば)
食らわせれば