わずぎら

άλλο, ουσιαστικό, ρήμα, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 η συνήθεια να αντιπαθεί κάποιος μια τροφή χωρίς να την έχει δοκιμάσει
  2. 02 η προκατάληψη ή η ενστικτώδης αποστροφή προς κάτι χωρίς να έχει προηγηθεί δοκιμή

Κλίση

Παρόν (απλό)
食わず嫌いする
Παρόν (ευγενικό)
食わず嫌いします
Άρνηση (απλή)
食わず嫌いしない
Άρνηση (ευγενική)
食わず嫌いしません
Παρελθόν (απλό)
食わず嫌いした
Παρελθόν (ευγενικό)
食わず嫌いしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
食わず嫌いしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
食わず嫌いしませんでした
Τε-μορφή
食わず嫌いして
Δυνητική
食わず嫌いできる
Προστακτική
食わず嫌いしろ
Βουλητική
食わず嫌いしよう
Υποθετική (ば)
食わず嫌いすれば