わせる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ταΐζω (π.χ. ένα ζώο με βρώμη), αφήνω κάποιον να φάει, σερβίρω (π.χ. σε εστιατόριο), αναγκάζω κάποιον να φάει
  2. 02 συντηρώ (π.χ. μια οικογένεια), φροντίζω για τα προς το ζην, αναλαμβάνω τα έξοδα κάποιου
  3. 03 προκαλώ (ζημιά), καταφέρω (π.χ. ένα χτύπημα), επιφέρω
  4. 04 εξαπατώ, εξαπατώ, ξεγελάω

Κλίση

Παρόν (απλό)
食わせる
Παρόν (ευγενικό)
食わせます
Άρνηση (απλή)
食わせない
Άρνηση (ευγενική)
食わせません
Παρελθόν (απλό)
食わせた
Παρελθόν (ευγενικό)
食わせました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
食わせなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
食わせませんでした
Τε-μορφή
食わせて
Δυνητική
食わせられる
Προστακτική
食わせろ
Βουλητική
食わせよう
Υποθετική (ば)
食わせれば