しょくレポ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθομιλουμένη κριτική φαγητού (στην τηλεόραση, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κ.λπ.), ρεπορτάζ για το φαγητό

Κλίση

Παρόν (απλό)
食レポする
Παρόν (ευγενικό)
食レポします
Άρνηση (απλή)
食レポしない
Άρνηση (ευγενική)
食レポしません
Παρελθόν (απλό)
食レポした
Παρελθόν (ευγενικό)
食レポしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
食レポしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
食レポしませんでした
Τε-μορφή
食レポして
Δυνητική
食レポできる
Προστακτική
食レポしろ
Βουλητική
食レポしよう
Υποθετική (ば)
食レポすれば