食指が動く
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 νιώθω την επιθυμία να, έχω όρεξη για, αισθάνομαι την παρόρμηση να, επιθυμώ διακαώς, είμαι πρόθυμος να, θέλω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 食指が動く
- Παρόν (ευγενικό)
- 食指が動きます
- Άρνηση (απλή)
- 食指が動かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 食指が動きません
- Παρελθόν (απλό)
- 食指が動いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 食指が動きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 食指が動かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 食指が動きませんでした
- Τε-μορφή
- 食指が動いて
- Δυνητική
- 食指が動ける
- Προστακτική
- 食指が動け
- Βουλητική
- 食指が動こう
- Υποθετική (ば)
- 食指が動けば
- Υποθετική (たら)
- 食指が動いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 食指が動きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 食指が動くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 食指が動きなさい
- Παθητική
- 食指が動かれる
- Αιτιατική
- 食指が動かせる