まれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταπίνομαι (από), κατακλύζομαι
  2. 02 καταβάλλομαι (από), υποκύπτω (λόγω δέους ή πίεσης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
飲まれる
Παρόν (ευγενικό)
飲まれます
Άρνηση (απλή)
飲まれない
Άρνηση (ευγενική)
飲まれません
Παρελθόν (απλό)
飲まれた
Παρελθόν (ευγενικό)
飲まれました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
飲まれなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
飲まれませんでした
Τε-μορφή
飲まれて
Δυνητική
飲まれられる
Προστακτική
飲まれろ
Βουλητική
飲まれよう
Υποθετική (ば)
飲まれれば